Library
Torts
Malicious Prosecution
(Greek) Η προστασία των Επικοινωνιών και η δυνατότητα άρσης του απορρήτου!
Last Update: September, 2016

Αδιαμφισβήτητα, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι ένας δικαιικός κλάδος ο οποίος αναγεννάται και εξελίσσεται συνεχώς λόγω των αλλεπάλληλων μεταβαλλόμενων κοινονικοπολιτικών συνθηκών. Αναντίλεκτα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, κεντρομόλο άξονα των οποίων συνιστά η ανθρώπινη ελευθερία, αντανακλούν μια ιεραρχική σχέση μεταξύ κράτους – ιδιωτών. Το κράτος, ως εγγυητής της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καλείται να απέχει από την παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών ενώ ταυτόχρονα οφείλει να παρέχει αποτελεσματική προστασία για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Μάλιστα, βάσει του άρθρου 35 του Συντάγματος, κάθε εξουσία υποχρεούται, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Κυπριακό Σύνταγμα και η κυπριακή έννομη τάξη στο σύνολο της διαφυλάττουν την προστασία και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών σε πολύ μεγάλο βαθμό σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εκ των σημαντικότερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Πιο συγκεκριμένα, η ιδιωτική ζωή κάθε ανθρώπου είναι πολύτιμη και ως εκ τούτου ο καθένας δικαιούται στην προστασία της ιδιωτικής του ζωής. Κατά συνέπεια, κανείς δεν επιτρέπεται να υποστεί αυθαίρετες επεμβάσεις στην ιδιωτική του ζωή, την οικογένεια, την κατοικία, την αλληλογραφία του ή τις επικοινωνίες του, αλλά ούτε και να ανεχτεί προσβολές σε βάρος της τιμής και της υπόληψης του.

Στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει και η επιμέρους πρόνοια αναφορικά με την ελευθερία της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών, με οποιοδήποτε τρόπο και αν λαμβάνει χώρα τέτοια αλληλογραφία ή επικοινωνία, ή άλλως το “απόρρητο της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών”. Το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής διέπεται στην έκταση του και κατά τρόπο ενιαίο από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης περί Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο προνοεί ως εξής:

« 1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.                   2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

Ωστόσο, ο κύπριος νομοθέτης ταξινόμησε το δικαίωμα στη ζωή με διαφορετικό τρόπο. Στο Κυπριακό Σύνταγμα η ιδιωτική ζωή προστατεύεται βάσει του άρθρου 15, ενώ το δικαίωμα της επικοινωνίας, εκτός του ότι προστατεύεται στο πλαίσιο του δικαιώματος για προστασία της ιδιωτικής ζωής, προστατεύεται και αυτοτελώς στη βάση του άρθρου 17(1) του Συντάγματος το οποίο προνοεί ως ακολούθως:

«Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ’ όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων μη απαγορευομένων υπό του νόμου.»

Έως σχετικά πρόσφατα, το απόρρητο των επικοινωνιών ήταν δυνατό να αρθεί μόνο εξαιρετικά σε σχέση με πρόσωπα τα οποία τελούσαν υπό φυλάκιση ή κράτηση. Πλέον, ωστόσο, υφίσταται η δυνατότητα άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών σε μεγαλύτερο βαθμό. Ειδικότερα, η ελευθερία της αλληλογραφίας και επικοινωνίας περιορίστηκε δραστικά με την εισαγωγή του περί της Έκτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2010 (Ν. 51(Ι)/2010), ο οποίος εισήγαγε ένα σχετικά ευρύ φάσμα εξαιρέσεων στον κανόνα της προστασίας των επικοινωνιών. Καταρχάς, σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο, επέμβαση και/ή παρέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας είναι επιτρεπτή όπου ο Νόμος το επιτρέπει για πρόσωπα τα οποία τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση. Περαιτέρω, τέτοια επέμβαση επιτρέπεται κατόπιν δικαστικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε νομότυπα μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα στις περιπτώσεις όπου η άρση του απορρήτου αντικειμενικώς κρίνεται ως να είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή για την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη ορισμένων σοβαρών ποινικών αδικημάτων, ήτοι φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία, εμπορία προσώπων και αδικήματα σχετικά με την παιδική πορνογραφία, εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον πέντε ετών. Τέλος, η πρόσβαση σε ηλεκτρονική επικοινωνία με απώτερο σκοπό την ανίχνευση δεδομένων κίνησης και θέσης καθώς και δεδομένων που είναι αναγκαία για την αναγνώριση συνδρομητών ή χρηστών επιτρέπεται κατόπιν διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε νομότυπα, νοουμένου ότι τέτοια άρση εμπίπτει στο πλαίσιο της διερεύνησης ή δίωξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον πέντε ετών.

Το άρθρο 17 του Συντάγματος αναγνωρίζει στον κάθε άνθρωπο το δικαίωμα του απόρρητου της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών (με όποιο τρόπο κι αν συντελούνται) και παρέχεται ευρεία προστασία τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον επαγγελματικό τομέα αναφορικά με ιδιωτικές συνομιλίες, συνδιαλέξεις ή ανταλλαγή πληροφοριών άλλου είδους. Ειδικότερα στις μέρες μας, όπου η τηλεφωνική επικοινωνία και/ή η ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και/ή εικονοτηλεδιάσκεψης θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τα πλέον διαδεδομένα μέσα εξ αποστάσεως επικοινωνίας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, σωρεία πληροφοριών μεταφέρεται καθημερινά μέσω των τηλεφώνων και ηλεκτρονικών υπολογιστών. Θα ήταν λοιπόν παράλογο να μην προστατευόταν συνταγματικά το δικαίωμα προστασίας της αλληλογραφίας και, γενικότερα, των επικοινωνιών. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το δικαίωμα της επικοινωνίας δεν είναι απόλυτο. Αντιθέτως, η απόλυτη ελευθερία επικοινωνίας αντισταθμίζεται από την ανάγκη για διατήρηση έννομης τάξης και της ορθής απονομής δικαιοσύνης. Προς τούτο, έχουν εισαχθεί εξαντλητικά οι εξαιρέσεις οι οποίες δύναται να επιτρέψουν την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών. Επομένως, σε καμιά των περιπτώσεων δεν επιτρέπεται άρση του επικοινωνιακού απορρήτου για λόγο ο οποίος εκφεύγει από τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 17(2) του Συντάγματος.

Εννοείται, βεβαίως, ότι όπως επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Police v. Andreas Georgiades (1982) 2 C.L.R. 33 μαρτυρία η οποία λήφθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος δε δύναται να γίνει αποδεχτή ως μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου. Επομένως, σε περίπτωση που λήφθηκε μαρτυρία κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, είτε υπό την εννοια ότι υπήρξε υποκλοπή συνομιλίας, όποιουδήποτε είδους και/ή με οποιοδήποτε μέσο, είτε υπό την έννοια ότι συντελέσθηκε άρση του επικοινωνιακού απορρήτου χωρίς να ακολουθηθεί η εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία και/ή χωρίς να προηγηθεί η έκδοση του προαπαιτούμενου δικαστικού διατάγματος, αυτή δε μπορεί να προσαχθεί και να αξιολογηθεί ως αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου έστω κι αν αυτή θα χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της αθώωσης ενός κατηγορούμενου. Κατ’ αντίθεση, όμως, μαρτυρία η οποία λήφθηκε κατά παράβαση νόμου, δύναται να προσκομιστεί αλλά η αποδεκτότητα της θα αξιολογηθεί στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας.

Εν κατακλείδι, είναι αξιοσημείωτο ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής του ζωής, γενικότερα, από επεμβάσεις και προσβολές κάθε είδους, είτε αυτές προέρχονται από το ίδιο το κράτος είτε από άλλους ιδιώτες. Άλλωστε, η δυνατότητα επίκλησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έναντι ιδιωτών, και όχι μόνο έναντι στο κράτος, αποτελεί μια καινοτομία η οποία αναγνωρίστηκε υπό το πρίσμα της “τριτενέργειας” στην υπόθεση Γιάλλουρου ν. Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ. 558. Σύμφωνα με τη θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι εγγενή και σύμφυτα με την ανθρώπινη φύση και υπόσταση. Στην πράξη, ωστόσο, δεν έχουν και δεν απολαμβάνουν όλοι οι “άνθρωποι” τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες πολιτικές ελευθερίες αφού ως κριτήριο τίθεται ο πολιτικός-νομικός δεσμός που συνδέει κάθε άτομο με ορισμένο κράτος.

Publish Date: 06 March, 2015
Antria Aristodimou Antria is an Advocate – Legal Consultant. Antria was born in Limassol. She obtained her LL.B degree from the University of Cyprus in June 2013 and her LL.M in Maritime Law from the University of Southampton in December 2014. Antria joined our firm in July 2014 ...

Contact the Author

Advocates and Legal Consultants | Cyprus