Library
Torts
Malicious Prosecution
Η νομιμοποίηση της “Πολιτικής -εκτός γάμου- Συμβίωσης” στην Κύπρο
Last Update: October, 2016

Το πλαίσιο πολιτικής του περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμου είχε ήδη εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο από την 6η Δεκεμβρίου 2013 όταν και κλήθηκε το Υπουργείο Εσωτερικών να προβεί στην ετοιμασία και σύνταξη νέου προσχεδίου νομοσχεδίου το οποίο να συμπεριλαμβάνει τις απόψεις και τις θέσεις των επηρεαζόμενων Υπουργείων και δη των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Οικονομικών και Υγείας. Στη βάση αυτή συντάχθηκε το προσχέδιο νομοσχεδίου το οποίο στοχεύει στη ρύθμιση των εκτός γάμου συμβιώσεων και στην κατοχύρωση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών, το οποίο είναι αναγνωρισμένο και εδραιωμένο στις περισσότερες έννομες τάξεις. Το εν λόγω προσχέδιο νομοσχεδίου τέθηκε, από τον Αύγουστο του 2014, στην αναγκαία Δημόσια Διαβούλευση η οποία παρατάθηκε μέχρι και τις 22 Οκτωβρίου 2014. Εν τέλει, εν μέσω σωρείας διαμαρτυριών και αντιδράσεων, ο περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμος του 2015 (Ν. 184(Ι)/2015) εγκρίθηκε και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας την 9η Δεκεμβρίου 2015.

Η “πολιτική συμβίωση”, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, αποτελεί «τη σχέση συμβίωσης» η οποία συνάπτεται μεταξύ ενήλικων προσώπων τα οποία έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα και σώας τας φρένας και τα οποία συναινούν ελεύθερα στη σύναψη της πολιτικής συμβίωσης. Στο πλαίσιο αυτό, βάσει του Νόμου, ως “πολιτική συμβίωση” θεωρείται κάθε:

  • πολιτική συμβίωση η οποία συνάπτεται στην Κύπρο και κατατίθεται στο Ειδικό Μητρώο Πολιτικής Συμβίωσης το οποίο τηρείται από το Βοηθό Γενικό Ληξίαρχο·
  • πολιτική συμβίωση η οποία έχει συναφθεί εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και η οποία βρίσκεται σε ισχύει·
  • αντίστοιχη πολιτική ένωση (λ.χ. σύμφωνο συμβίωσης) που έχει νομότυπα συναφθεί εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας σε συμμόρφωση με τους νόμους του κράτους όπου έχει συναφθεί η πολιτική ένωση.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον Ν. 184(Ι)/2015, η σύναψη πολιτικής συμβίωσης επιφέρει έννομα αποτελέσματα, μόνιμης φύσης, πανομοιότυπα με εκείνα τα οποία έπονται της τέλεσης  θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου. Βεβαίως, είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι καμία άμεση αναφορά δε γίνεται σε ομόφυλα ή ετερόφυλα ζευγάρια, σε αντίθεση με το προηγούμενο προσχέδιο Νομοσχεδίου το οποίου αναφερόταν ξεκάθαρα σε «έγγραφη σύμβαση δύο ενήλικων ετερόφυλων ή ομόφυλων προσώπων της συμβίωσής τους».

Η διαδικασία σύναψης πολιτικής συμβίωσης είναι μια πολύ απλή διαδικασία η οποία προσομοιάζει με την τυπική διαδικασία σύναψης πολιτικού γάμου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου για την έγκυρη σύναψη σύμβασης συμβίωσης, οι συμβαλλόμενοι πρέπει να μεταβούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Ληξιάρχου της επαρχίας στην οποία ο ένας εκ των δύο διαμένει, προκειμένου να υποβάλον το Έντυπο Πολιτικής Συμβίωσης συνοδευόμενο από στοιχεία ταυτότητας, πιστοποιητικά ελευθερίας και ένορκη δήλωση αναφορικά με την ικανότητά τους για σύναψη πολιτικής συμβίωσης. Αφότου ελεγθούν τα έγγραφα, ο Ληξίαρχος καλεί τα πρόσωπα που προτίθενται να συνάψουν πολιτική συμβίωση, να παρουσιαστούν ενώπιόν του και να προβούν σε κοινή δήλωση ενώ το Έντυπο Πολιτικής Συμβίωσης υπογράφεται από δύο μάρτυρες οι οποίοι επιβάλλεται να έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα. Τέτοια πολιτική συμβίωση λύεται με εξίσου απλό τρόπο, ήτοι με έγγραφη κοινή δήλωση ή με διάταγμα του Δικαστηρίου. Βεβαίως, η πολιτική συμβίωση λύεται αυτόματα με το θάνατο ενός εκ των συμβαλλομένων μερών.

Ουσιαστικά, η πολιτική συμβίωση αποτελεί μια εναλλακτική “επιλογή”, ισότιμη του θεσμού του γάμου. Ωστόσο, εξ ορισμού εμφαίνεται ότι η πολιτική συμβίωση αποτελεί μια σύμβαση, η οποία εκ προοιμίου υπόκειται στις προϋποθέσεις εγκυρότητας και τις γενικές αρχές του Δικαίου των Συμβάσεων. Άλλωστε, όπως ειδικά προνοεί το κείμενο του εν λόγω προσχεδίου νομοσχεδίου, προκειμένου ένα σύμφωνο συμβίωσης να είναι έγκυρο, καθίσταται αναγκαίο να υφίσταται η δικαιοπρακτική ικανότητα καθώς επίσης και η ελεύθερη συναίνεση των συμβαλλομένων μερών.

Καταρχάς, το Δίκαιο των Συμβάσεων στην Κύπρο έχει ως βάση του την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που αποτελεί θεμελιώδες Ανθρώπινο Δικαίωμα. Ως εκ τούτου, όλοι ανεξαιρέτως έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν συμβάσεις από τη στιγμή που απολαμβάνουν την ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι. Ωστόσο, για να έχει κάποιος τέτοια ικανότητα απαιτείται τη στιγμή κατάρτισης της σύμβασης να έχει σώας τας φρένας και να μη στερείται της δικαιοπρακτικής του ικανότητας από οποιοδήποτε άλλο εν ισχύ νόμο. Όσον αφορά τα ανήλικα άτομα, όμως, υπάρχουν ειδικές διευθετήσεις προερχόμενες από το Αγγλικό Κοινοδίκαιο. Οι συμβάσεις τις οποίες συνάπτει ένας ανήλικος δεν τον δεσμεύουν αφού είναι πρόσωπο το οποίο κατ’ αρχήν στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι και επομένως είναι ακυρώσιμες προς όφελός του ακόμα και μετά την ενηλικίωσή του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, στον ανήλικο το δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις στις περιπτώσεις όπου ο ανήλικος είναι έγγαμος αλλά και όπου τέτοιες συμβάσεις συνάπτονται προς όφελος του ιδίου και/ή προς τον σκοπό εξασφάλισης των αναγκαίων αγαθών ή άλλων χρειωδών για την επιβίωση του ανηλίκου με βάση τον τρόπο ζωής του.

Ως επιπρόσθετη προϋπόθεση τίθεται η ανάγκη ελεύθερης συναίνεσης των συμβαλλομένων μερών. Ειδικότερα, με τον όρο “συναίνεση” νοείται η συμφωνία των δύο μερών για το ίδιο πράγμα όταν το εννοούν με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή όταν υπάρχει ταύτιση απόψεων (meeting of minds). Περαιτέρω, τέτοια συναίνεση χρειάζεται να είναι “ελεύθερη” υπό την έννοια ότι δε θα πρέπει να είναι προϊόν εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης και/ή πλάνης. Εξ άλλου, όταν η συναίνεση λαμβάνεται με οποιοδήποτε από τους πιο πάνω τρόπους τότε η σύμβαση, και κατ’ επέκταση το σύμφωνο πολιτικής συμβίωσης, θα καθίσταται ακυρώσιμη και θα υπόκειται σε ακύρωση οποιαδήποτε στιγμή από το πρόσωπο το οποίο υποχρεώθηκε να συναινέσει. Σε τέτοια περίπτωση, μάλιστα, το πρόσωπο του οποίου η συναίνεση λήφθηκε με δόλιο και/ή αθέμιτο τρόπο, νομιμοποιείται να αξιώσει αποζημιώσεις έναντι του ‘αντισυμβαλλομένου’ στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων.

Επιπροσθέτως, μια πολιτική συμβίωση θεωρείται ως άκυρη σε περίπτωση που αυτό συνάπτεται πριν την αμετάκλητη λύση τυχόν προηγούμενου θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου ή συμφώνου συμβίωσης το οποίο συνεχίζει να βρίσκεται εν ισχύ. Επίσης, εφαρμόζονται αναλογικά οι περιπτώσεις ακυρότητας οι οποίες εφαρμόζονται και για τη σύναψη γάμων. Συγκεκριμένα, απαγορεύεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης:

  • μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια γραμμή ως και τον πέμπτο (5ο) βαθμό συγγενείας·
  • μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια γραμμή ως και τον τρίτο (3ο) βαθμό συγγενείας·
  • μεταξύ εκείνου που υιοθετήθηκε ή των κατιόντων του με τον υιοθετούμενο ή τους κατιόντες αυτού·
  • με ή μεταξύ ανηλίκων.

Είναι πρόδηλο ότι ο εν λόγω Νόμος αποβλέπει στο να άρει, ή έστω να περιορίσει, την ανισότητα και διάκριση εις βάρος των ομοφυλόφιλων με την αναγνώριση της δυνατότητας των ομοφύλων ζευγαριών να επισημοποιούν τη συμβίωσή τους. Ταυτόχρονα, διαφυλάττεται το δικαίωμα των ετερόφυλων ζευγαριών τα οποία συνειδητά επιλέγουν να συμβιώνουν στη βάση του συμφώνου πολιτικής συμβίωσης, αντί να προβούν στην τέλεση θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου, για οποιουσδήποτε δικούς τους προσωπικούς λόγους. Παρότι η Εκκλησία της Κύπρου είναι καθ’ όλα αντίθετη με τις πρόνοιες του Νόμου, επιβάλλεται να αναγνωριστεί το δικαίωμα κάθε ατόμου, ανεξαρτήτως θρησκευτικών αντιλήψεων, να καρπούται των ωφελημάτων που προσφέρει η επίσημη διαβίωση δύο ατόμων χωρίς αναγκάζει τα άτομα αυτά να προβούν στην τέλεση θρησκευτικού γάμου. Άλλωστε, το άρθρο 28 του Κυπριακού Συντάγματος διακηρύσσει το δικαίωμα στην ισότητα «[…] άνευ ουδεμίας δυσμενούς διακρίσεως αμέσου ή εμμέσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητος, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσας, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οποιουδήποτε άλλου λόγου […].»

Παρ’ όλες τις καινοτόμες -για τα κυπριακά δεδομένα- πρόνοιες του Νόμου, διαφαίνεται ότι τα ζητήματα τα οποία άπτονται του δικαιώματος των ομόφυλων ζευγαριών να υιοθετούν τέκνα, έχουν παραμεριστεί προσωρινά ενόψει των έντονων αντιδράσεων, ιδιαίτερα της Εκκλησίας. Εν πάση περιπτώσει, όμως, αποτελεί κοινό τόπο ότι το πρώτο βήμα έχει ήδη γίνει με τον κλονισμό των στερεότυπων και απηρχαιωμένων, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντιλήψεων της κυπριακής κοινωνίας επί ζητημάτων που αφορούν τις εκτός “γάμου” συμβιώσεις. Απομένει, λοιπόν, να δούμε τα αποτελέσματα που θα έχει η μακροπρόθεσμη εφαρμογή του εν λόγω Νόμου στην κυπριακή έννομη τάξη.

Publish Date: 15 December, 2014
Antria Aristodimou Antria is an Advocate – Legal Consultant. Antria was born in Limassol. She obtained her LL.B degree from the University of Cyprus in June 2013 and her LL.M in Maritime Law from the University of Southampton in December 2014. Antria joined our firm in July 2014 ...

Contact the Author

Advocates and Legal Consultants | Cyprus