Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή σημαίνει κάθε μέθοδο προς επίτευξη κυοφορίας που επιτυγχάνεται με μεθόδους άλλες, πλην της φυσιολογικής ένωσης άνδρα και γυναίκας, οι οποίες εφαρμόζονται σε ειδικά οργανωμένες μονάδες ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (εφεξής «Ι.Υ.Α.»).

Η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή επιτρέπεται µόνο για να αντιµετωπίζεται η αδυναµία απόκτησης τέκνων µε φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η µετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας.

Σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου του 2015 (69(I)/2015) (εφεξής «Νόμος»), κάθε ιατρική πράξη που αποβλέπει στην υποβοήθηση της αναπαραγωγής, διενεργείται µε την έγγραφη συγκατάθεση του ζευγαριού που επιθυµεί να αποκτήσει τέκνο, αφού προηγηθεί σχετική ενημέρωση του ζευγαριού ως προς τα πιο κάτω:

(i) τις µεθόδους της Ι.Υ.Α., την ενδεχόµενη επιτυχία και τους πιθανούς κινδύνους από την εφαρµογή των τεχνικών αυτών, το ενδεχόµενο δηµιουργίας πλεονασµάτων εµβρύων και τους πιθανούς τρόπους διαχείρισής τους.

(ii) την πιθανότητα να προκύψουν ηθικά διλήµµατα, πιθανές επακόλουθες ιατρικές και ψυχολογικές επιπτώσεις µετά την εφαρµογή των τεχνικών αυτών, καθώς και τις κοινωνικές, νοµικές και οικονοµικές συνέπειες από την εφαρµογή των µεθόδων της Ι.Υ.Α.

Αναφορικά με τις μεθόδους της Ι.Υ.Α. αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την τεχνητή σπερματέγχυση, την εξωσωματική γονιμοποίηση και τη μεταφορά εμβρύων. Συναφείς τεχνικές με τις πιο πάνω μεθόδους είναι, μεταξύ άλλων, η ενδοσαλπιγγική μεταφορά γαμετών, η ενδοσαλπιγγική μεταφορά ζυγωτών, η ενδοωαριακή εισαγωγή σπερματοζωαρίου, η κρυοσυντήρηση εμβρύων και σπέρματος, η υποβοηθούμενη εκκόλαψη, η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μέθοδος, την οποία θα εγκρίνει το Συμβούλιο Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Ανθρώπινης Αναπαραγωγής. Υπογραμμίζεται ότι κατά την εφαρµογή των µεθόδων της Ι.Υ.Α. και των συναφών με αυτήν τεχνικών, πρέπει να λαµβάνεται (κυρίως) υπόψη το συµφέρον του παιδιού που θα γεννηθεί.

Σημειώνεται ότι ο αριθµός των εµβρύων που δηµιουργούνται σε κάθε θεραπεία, δεδομένου του ιατρικού ιστορικού και της ηλικίας κάθε γυναίκας, πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε να εξασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή επιτυχία ανά προσπάθεια (εκτός όπου το ζευγάρι ζητήσει γραπτώς από την Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούµενης Αναπαραγωγής να μην δηµιουργηθούν πλεονάσµατα εµβρύων, και νοουµένου ότι έχει προηγηθεί η σωστή ενηµέρωση του ζευγαριού ως προς τις µειωµένες πιθανότητες επίτευξης του επιδιωκόµενου αποτελέσµατος).

Οι μέθοδοι της Ι.Υ.Α. εφαρμόζονται σε ενήλικα πρόσωπα μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου. Ως ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής της υποβοηθούμενης γυναίκας, θεωρείται το πεντηκοστό (50) έτος, ωστόσο το Συμβούλιο Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, δύναται να παραχωρήσει εξαιρέσεις ως προς το πιο πάνω όριο ηλικίας.. Σε κάθε περίπτωση, πριν από την υποβολή σε μεθόδους Ι.Υ.Α. διενεργείται υποχρεωτικός εργαστηριακός/βιολογικός έλεγχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του περί Προτύπων Ποιότητας και Ασφάλειας (Δωρεά, Προμήθεια, Έλεγχος, Επεξεργασία, Συντήρηση, Αποθήκευση και Διανομή) Ανθρώπινων Ιστών και Κυττάρων Νόμου.

Σε περίπτωση που κάποιο μονήρες άτομο επιθυμεί να αποκτήσει παιδί με μεθόδους Ι.Υ.Α., τότε πρέπει να υποβάλλει αίτηση (στον καθαρισμένο τύπο) στο Συμβούλιο Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, η οποία θα συνοδεύεται-

(i) από αξιολόγηση εγγεγραμμένου ψυχιάτρου η οποία περιλαμβάνει την εκτίμησή του για την επιθυμία και την ικανότητα του μονήρους ατόμου να γίνει γονέας και.

(ii) από σχετικό πιστοποιητικό που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, το οποίο βεβαιώνει ότι το μονήρες άτομο δεν περιλαμβάνεται στο προβλεπόμενο αρχείο καταδικασθέντων για αδικήματα που προνούνται στο συγκεκριμένο νόμο.

Σε περίπτωση που η εκτίμηση του ψυχιάτρου είναι θετική για να αποκτήσει παιδί το μονήρες άτομο με μεθόδους Ι.Υ.Α., το Συμβούλιο Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Ανθρώπινης Αναπαραγωγής έχει δέσμια αρμοδιότητα να εγκρίνει την αίτηση για απόκτηση παιδιού με μεθόδους Ι.Υ.Α.

Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι σε περίπτωση προσώπου, το οποίο προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α κατά παράβαση του ορίου ηλικίας (Άρθρο 21(2) του Νόμου), και/ή χωρίς τη διενέργεια του απαιτούμενου βιολογικού ελέγχου και/ή χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Ανθρώπινης Αναπαραγωγής (Άρθρο 21(3) και (4) του Νόμου), τότε ο παραβάτης διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης ή σε χρηματική ποινή ή/και στις δύο αυτές ποινές (Άρθρο 21 (6) και (7) του Νόμου).

Το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρία του στις 31 Αυγούστου 2022, εξέδωσε διάταγμα (το «Διάταγμα») βάσει του εδαφίου (1) του άρθρου 3 του περί Κατώτατου Ορίου Μισθών Νόμου (ΚΕΦ 183) (ο «Νόμος»), για τον επαναπροσδιορισμό του κατώτατου μηνιαίου μισθού στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Σύμφωνα με το εδάφιο (5) του Διατάγματος, ο κατώτατος μηνιαίος μισθός που πρέπει να καταβάλλεται σε οποιοδήποτε εργοδοτούμενο στην Κυπριακή Δημοκρατία από την 1η Ιανουαρίου 2023, ορίζεται στα ΕΥΡΩ 940 για εργοδοτούμενους πλήρους απασχόλησης. Νοείται δε ότι ο κατώτατος μηνιαίος μισθός που δύναται να καταβάλλεται σε εργοδοτούμενους πλήρους απασχόλησης που είτε πριν την 1η Ιανουαρίου 2023, είτε μετά την 1η Ιανουαρίου 2023, δεν έχουν συμπληρώσει έξι (6) μήνες συνεχούς απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, από την 1η  Ιανουαρίου 2023 ορίζεται στα ΕΥΡΩ 885 (μέχρι τη συμπλήρωση έξι (6)  μηνών συνεχούς απασχόλησης).  

Σημειώνεται ότι το ωράριο πλήρους απασχόλησης των εργαζομένων σε κάθε οικονομική δραστηριότητα δεν επηρεάζεται από το εν λόγω Διάταγμα και θα είναι αυτό που ίσχυε κατά την έκδοση του Διατάγματος, με βάση την εκάστοτε νομοθεσία, σύμβαση, έθιμο ή/και πρακτική.

Σε περιπτώσεις εργαζομένων που τελούν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, ο κατώτατος μηνιαίος μισθός από την 1η Ιανουαρίου 2023, θα προσαρμόζεται αναλόγως των ωρών  εργασίας τους σε σχέση με το πλήρες ωράριο που αναφέρεται πιο πάνω.

Όταν στο πλαίσιο της συμφωνημένης σύμβασης εργασίας ο εργοδότης παρέχει στον εργοδοτούμενο διατροφή ή/και διαμονή, τότε ο κατώτατος μηνιαίος μισθός δύναται να μειώνεται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, ως ακολούθως: (i) μέχρι 15% όταν παρέχεται διατροφή, ή/και (ii) μέχρι 10% όταν παρέχεται διαμονή.

Αξίζει να επισημανθεί ότι στη βάση του εδαφίου (6) και (7) του Διατάγματος, ιδρύεται μια εννεαμελής (9) Επιτροπή Αναπροσαρμογής του Κατώτατου Μισθού καθώς θεσμοθετείται και σχετικός μηχανισμός αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, ο οποίος τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2024 και θα εφαρμόζεται ανά δυο έτη.

Υπογραμμίζεται ότι από τις διατάξεις του εν λόγω Διατάγματος, εξαιρούνται οι οικιακοί εργαζόμενοι, οι εργάτες γεωργοκτηνοτροφίας και οι εργαζόμενοι στη ναυτιλία καθώς επίσης και οι εργαζόμενοι για τους οποίους εφαρμόζεται το περί Κατώτατων Μισθών στη Ξενοδοχειακή Βιομηχανία Διάταγμα του 2020. Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του Διατάγματος δεν εφαρμόζονται για οποιοδήποτε εργαζόμενο για τον οποίο ισχύουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις με βάση τη νομοθεσία, σύμβαση, πρακτική ή έθιμο ούτε εφαρμόζονται σε πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν κατάρτιση ή εκπαίδευση για το σκοπό απόκτησης διπλώματος ή άσκησης επαγγέλματος, βάσει νομοθεσίας, πρακτικής ή εθίμου.

Επιπρόσθετα, δεν επηρεάζονται από το συγκεκριμένο Διάταγμα, οποιεσδήποτε άλλες ρυθμίσεις για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης ή/και εργασίας εκτός κανονικού ωραρίου ή/και εργασίας σε γιορτές και αργίες ή άλλα ωφελήματα.

On 04.03.2022, the Cyprus Parliament has enacted the law, L.19(I)/2022 (“Law”), providing for the establishment of an Independent Authority against Corruption (the “Authority”).

In accordance with the provisions of the Law, the Authority shall be comprised of the Transparency Commissioner and four (4) other members, who are appointed by the President of the Republic of Cyprus. Τhe term of their office shall be six (6) years without the option of re-appointment. Persons of recognized prestige and supreme morality are appointed as members of the Authority, and no person can be so appointed to the office if: (i) he/she has been convicted of an offense entailing dishonesty or moral disgrace; (ii) and/or has been declared bankrupt, in accordance with the provisions of the Bankruptcy Law; and/or (iii) has not fulfilled his/her debts to the public up to the year preceding the year before his/her appointment to the office. During the term of their office, the members of the Authority are not allowed to hold any other position or office in the Republic and/or engage in any other paid work.

The mission of the Authority is to take the necessary steps and initiatives to ensure the coherence and effectiveness of the public sector’s actions, as well as the actions taken by the wider public and private sector, in matters relating to the prevention of corruption. The Authority shall be also responsible to, inter alia, ensure the implementation, progress and evaluation of the national anti-corruption strategy, as adopted from time to time.

The Authority investigates, ex officio or following a complaint, any acts of corruption in the public, wider public and/or private sector. It is understood that, in terms of the private sector, the only complaints that might be submitted to the Authority are: (i) the ones relating to any acts of corruption committed by private sector entities or persons, which however directly involved public or wider public sector entities or persons; and/or (ii) acts of corruption committed by public or wider public sector entities or persons, in which private sector entities or persons were also involved.

The Authority is designated as the (independent) competent authority for coordinating any actions taken by the public, wider public and private sector, with regards to the preventing and combating of corruption, and has, amongst others, the following powers and responsibilities:

  • Supervising and evaluating the actions taken by the public, wider public and private sector, in preventing and combating corruption
  • Preparing ex officio reports with suggestions and proposals for the prevention of corruption
  • Informing the private sector on best practices and standards for the prevention of corruption and providing advice and guidance for their adoption and proper implementation
  • Assessing the risks associated with acts of corruption and, if necessary, drafting reports and making suggestions and recommendations for the prevention of such acts
  • Issuing circulars to the relevant competent authorities and taking any necessary actions (where and to the extent permitted)
  • Cooperating with international organizations and institutions on the implementation of programs, policies and/or strategic plans relating to the prevention of corruption, the receipt of technical assistance and the exchange of information
  • Accepting complaints and receiving information and personal data which relates to acts of corruption in the public sector, the wider public sector and the private sector
  • Investigating and evaluating any complaint, information or personal data that comes to its knowledge and which relates to acts of corruption in the public sector, the wider public sector and the private sector
  • Collecting, recording, processing and/or evaluating, information and personal data for the purposes of combating and preventing corruption in the public, wider public and private sector
  • Managing, keeping, and maintaining all necessary files and/or registers with personal information, for the purposes of carrying out its mission and responsibilities.

It is noted that the collection and processing of any personal data by the Authority shall, at all times, be carried out in accordance with the provisions of the applicable data protection laws and regulations.

In case where, in the exercise of its powers to investigate, collect and process information and personal data, the Authority finds a possible infringement of the provisions of the Law then:

(i) provided that the potential infringement may constitute a criminal offence, it prepares a report and submits it, together with all other available data and/or information that has in its possession, to the Attorney General of the Republic

(ii) provided that the potential infringement may be of a disciplinary nature, it prepares a report with all relevant information that it has in its possession, and refers the case to the appropriate authority, body or department to conduct a disciplinary investigation, regardless of any criminal liability.

Subject to the provisions of the Law that provide otherwise (with regards to criminal liability), a person who violates the Law, is guilty of an offense and, if convicted, is subject to imprisonment not exceeding two (2) years or a fine not exceeding ten thousand euros (€ 10,000) and / or both these penalties.